Η ενδομητρίωση είναι μια πολύ συχνή καλοήθης πάθηση, από την οποία πάσχει περίπου το 10%- 15% των γυναικών με ηλικία 15 εώς 45 ετών. Η ασθένεια προκύπτει όταν ο βλεννογόνος της κοιλότητας της μήτρας (ενδομήτριο – που κατά τη διάρκεια του κύκλου αναπτύσσεται και εν συνέχεια αποβάλλεται με την περίοδο) εγκαθίσταται και έξω από αυτήν, για παράδειγμα στην περιτοναϊκή κοιλότητα της λεκάνης, το τοίχωμα της μήτρας, τις ωοθήκες αλλά και σε άλλες θέσεις, ( ομφαλός διάφραγμα κ.α.)

ΑΙΤΙΑ
Παρ’οτι η ασθένεια είναι γνωστή για περισσότερο από 100 χρόνια, σαφής αιτιολογία δεν υπάρχει. Οι διάφορες θεωρίες που έχουν διατυπωθεί εξηγούν μόνο ένα μέρος των ιδιοτήτων της ενδομητρίωσης και καμία μέχρι σήμερα δεν μπορεί να εξηγήσει με βεβαιότητα τους μηχανισμούς εμφάνισης και εξέλιξης της.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ
Αυτά μπορεί να είναι ποικίλα και διαφοροποιούνται από ασθενή σε ασθενή τόσο στον χαρακτήρα όσο και στην ένταση εμφάνισης τους. Το βασικό σύμπτωμα είναι ο ισχυρός πόνος κατά την περίοδο, ο οποίος μπορεί να ξεκινήσει 1 έως 3 ημέρες πριν την αιμορραγία. Επίσης μπορούν να προκύψουν και άλλα συμπτώματα όπως ο πόνος κατά την σεξουαλική επαφή, οι χρόνιοι κοιλιακοί πόνοι, ο πόνος κατά την ούρηση ή την αφόδευσή. Όταν η ενδομητρίωσή εντοπίζεται στις ωοθήκες ή προκαλεί συμφύσεις στην περιοχή των ωοθηκών τότε μπορεί να αποτελέσει αιτία υπογονιμότητας.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ
Στις περισσότερες περιπτώσεις οι εστίες ενδομητρίωσης δεν είναι ορατές υπερηχογραφικά. Για το λόγο αυτό η εμπειρία του γιατρού πάνω στην ασθένεια παίζει σπουδαίο ρόλο τόσο στην σωστή διάγνωση όσο και στην αποτελεσματική και ασφαλή αντιμετώπισή της. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να απαιτηθούν και εξειδικευμένες απεικονιστικές μέθοδοι, όπως η μαγνητική τομογραφία ή υπερηχογραφική απεικόνιση του εντέρου.
Η οριστική διάγνωση της ενδομητρίωσης πραγματοποιείται ιστολογικά μετά από λήψη βιοψίας μέσω μιας απλής λαπαροσκόπησης.
Ωστόσο ιστολογική επιβεβαίωση της διάγνωσης δεν είναι πάντα απαραίτητη. Αγωγή για την ασθένεια μπορεί να ακολουθηθεί ακόμη και όταν ο γιατρός με την εμπειρία του θεωρεί την ύπαρξη της ασθένειας εξαιρετικά πιθανή.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Θεραπεία της ενδομητρίωσης οφείλει να πραγματοποιηθεί σε 3 περιπτώσεις.
• Σε περίπτωση ενοχλήσεων
• Σε περίπτωση υπογονιμότητας
• Σε περίπτωση διακινδύνευσης οργάνων

Αυτή διακρίνεται στην ορμονική θεραπεία και στην χειρουργική αντιμετώπιση. Το ποια θεραπεία είναι κατάλληλη για κάθε ασθενή μπορεί να το καθορίσει μόνο ο ιατρός λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό καθώς επίσης την κλινική και απεικονιστική εξέταση της ασθενούς.

Για παράδειγμα ενοχλήσεις επιβαρυντικές που σχετίζονται με την περίοδο μπορούν να αντιμετωπιστούν με ειδική ορμονική θεραπεία, ενώ σε περιπτώσεις στειρότητας καθίσταται αναγκαία η χειρουργική θεραπεία. Δυστυχώς σε ορισμένες περιπτώσεις παρά την ριζική χειρουργική αφαίρεση εστιών ενδομητρίωσης αυτές μπορούν να επανεμφανισθούν. Η εμπειρία ωστόσο του ιατρού και ο συνδυασμός της κατάλληλης ορμονικής και αν χρειαστεί χειρουργικής θεραπείας για την αντιμετώπιση της ασθένειας εξασφαλίζει την μικρότερη δυνατή πιθανότητα επανεμφάνισης του προβλήματος.

ΟΡΜΟΝΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Τα μέχρι σήμερα ευρέως χρησιμοποιούμενα συνδυαστικά (προγεστερόνη, οιστρογόνα) αντισυλληπτικά δισκία έχουν δώσει τη θέση τους σε μοντέρνες ορμονικές θεραπείες ( διενογέστη) με πολύ μικρές δοσολογίες και εξαιρετικά μικρά ποσοστά εμφάνισης παρενεργειών. Αυτές στοχεύουν στην “απενεργοποίηση” των εστιών ενδομητρίωσης και το μπλοκάρισμα της εξέλιξης της ασθένειας.

ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Η χειρουργική θεραπεία πρώτης επιλογής για την ριζική αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης συνίσταται στην λαπαροσκοπική αφαίρεση όλων των εστιών. Μέσω ενδοσκοπικών μεθόδων επιτυγχάνεται πλήρης εκρίζωση με ελάχιστη επιβάρυνση για την ασθενή.

0 απαντήσεις

Αφήστε μια απάντηση

Θέλετε να συμμετάσχετε στη συζήτηση;
Μη διστάσετε να συνεισφέρετε!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *